τσατίζω

(λ. τουρκ.), τσάτισα, τσατίστηκα, τσατισμένος
1. πειράζω με ερωτόλογα.
2. πειράζω, προσβάλλω, ερεθίζω, εξοργίζω: Με τσάτισε με τα λόγια του.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • τσατίζω — και τσαντίζω Ν 1. πειράζω κάποιον και τόν κάνω να θυμώσει, τόν εκνευρίζω 2. ενοχλώ ερωτικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ. catişmak «συγκρούομαι»] …   Dictionary of Greek

  • τσάτισμα — και τσάντισμα, το, Ν [τσατίζω / τσαντίζω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού τσατίζω …   Dictionary of Greek

  • τσαντίζω — Ν βλ. τσατίζω …   Dictionary of Greek

  • τσατίλα — και τσαντίλα, η, Ν εκνευρισμός, θυμός. [ΕΤΥΜΟΛ. < τσατίζω / τσαντίζω + κατάλ. ίλα (πρβλ. σκασ ίλα)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.